la noblesse
Pronunciation
/nɔblˈɛs/

Ορισμός και σημασία του "noblesse"στα γαλλικά

La noblesse
[gender: feminine]
01

αριστοκρατία, ευγενής τάξη

la classe sociale formée par les nobles et leurs familles
la noblesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La révolution a renversé le pouvoir de la noblesse.
Η επανάσταση ανέτρεψε την εξουσία της αριστοκρατίας.
02

ευγένεια, ηθική μεγαλοσύνη

la qualité morale qui montre grandeur, dignité ou honneur
Παραδείγματα
La noblesse consiste à respecter les autres et à être juste.
Η ευγένεια συνίσταται στο να σέβεσαι τους άλλους και να είσαι δίκαιος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store