Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La noblesse
[gender: feminine]
01
αριστοκρατία, ευγενής τάξη
la classe sociale formée par les nobles et leurs familles
Παραδείγματα
La révolution a renversé le pouvoir de la noblesse.
Η επανάσταση ανέτρεψε την εξουσία της αριστοκρατίας.
02
ευγένεια, ηθική μεγαλοσύνη
la qualité morale qui montre grandeur, dignité ou honneur
Παραδείγματα
La noblesse consiste à respecter les autres et à être juste.
Η ευγένεια συνίσταται στο να σέβεσαι τους άλλους και να είσαι δίκαιος.



























