la clé de voûte
clé
kle
κλε
de
də
ντα
voûte
vʊt
βουτ

Ορισμός και σημασία του "clé de voûte"στα γαλλικά

La clé de voûte
01

ακρογωνιαίος λίθος, κλειδί του θόλου

pierre centrale placée au sommet d'une voûte ou d'un arc, qui verrouille les autres pierres et assure la stabilité de la structure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
clés de voûte
Παραδείγματα
La clé de voûte de l'arc est décorée de sculptures. 

Ο ακρογωνιαίος λίθος του τόξου είναι διακοσμημένος με γλυπτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store