Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écoinçon
01
τριγωνικός χώρος, γωνιακός χώρος
espace triangulaire ou coin formé entre deux surfaces qui se rejoignent, souvent entre un mur et une voûte ou entre deux arcs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écoinçons
Παραδείγματα
L'écoinçon entre la voûte et le mur est décoré de fresques.
Το εκοινσόν ανάμεσα στην καμάρα και τον τοίχο είναι διακοσμημένο με τοιχογραφίες.



























