la frette
Pronunciation
/fʁˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "frette"στα γαλλικά

01

τάστα, φρέτ

barre transversale métallique sur le manche d'un instrument à cordes permettant de jouer des notes précises
la frette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
frettes
Παραδείγματα
Une frette mal posée peut altérer l' intonation de l' instrument.
Ένα τάστο κακώς τοποθετημένο μπορεί να αλλάξει την εντόναση του οργάνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store