Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pole dance
01
pole dance, χορός στον στύλο
danse acrobatique sur une barre verticale mêlant force, souplesse et technique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle pratique le pole dance depuis deux ans.
Ασκείται στο pole dance εδώ και δύο χρόνια.



























