Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polaire
01
πολικός, που ανήκει στις πολικές περιοχές
qui appartient aux régions proches des pôles terrestres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polaire
αρσενικό πληθυντικό
polaires
θηλυκό ενικό
polaire
θηλυκό πληθυντικό
polaires
Παραδείγματα
Les ours polaires vivent dans l'Arctique.
Οι πολικές αρκούδες ζουν στην Αρκτική.
La polaire
01
φλις, ύφασμα φλις
vêtement ou tissu chaud, léger et doux, souvent utilisé pour les vestes ou pulls d'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
polaires
Παραδείγματα
Elle porte une polaire pour se réchauffer en randonnée.
Φοράει ένα πόλαρ για να ζεσταθεί στην πεζοπορία.



























