polaire
polaire
pɔlaɛ̯ʁ
pawlaer
plaire

Ορισμός και σημασία του "polaire"στα γαλλικά

01

πολικός, που ανήκει στις πολικές περιοχές

qui appartient aux régions proches des pôles terrestres 
polaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polaire
αρσενικό πληθυντικό
polaires
θηλυκό ενικό
polaire
θηλυκό πληθυντικό
polaires
Παραδείγματα
Les ours polaires vivent dans l'Arctique. 

Οι πολικές αρκούδες ζουν στην Αρκτική.

01

φλις, ύφασμα φλις

vêtement ou tissu chaud, léger et doux, souvent utilisé pour les vestes ou pulls d'extérieur 
la polaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
polaires
Παραδείγματα
Elle porte une polaire pour se réchauffer en randonnée. 

Φοράει ένα πόλαρ για να ζεσταθεί στην πεζοπορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store