le graphite
Pronunciation
/ɡʁafˈit/

Ορισμός και σημασία του "graphite"στα γαλλικά

01

γραφίτης, μολύβι μολυβιού

matériau utilisé pour dessiner ou écrire, souvent appelé « mine de crayon  » 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il a esquissé le portrait au graphite. 

Έκανε το σκίτσο του πορτρέτου με γραφίτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store