Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le voiturier
01
παρκαδόρος, βαλέ παρκινγκ
employé d'un hôtel, d'un restaurant ou d'un établissement qui prend en charge la voiture d'un client et va la garer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
voituriers
Παραδείγματα
Le service de voiturier est disponible toute la nuit.
Η υπηρεσία παρκαρίσματος είναι διαθέσιμη όλη τη νύχτα.



























