intoxiqué
Pronunciation
/ɛ̃tɔksikˈe/

Ορισμός και σημασία του "intoxiqué"στα γαλλικά

intoxiqué
01

δηλητηριασμένος, μεθυσμένος

affecté par une substance nocive ou un poison, souvent l'alcool ou les drogues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus intoxiqué
συγκριτικός βαθμός
plus intoxiqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intoxiqué
αρσενικό πληθυντικό
intoxiqués
θηλυκό ενικό
intoxiquée
θηλυκό πληθυντικό
intoxiquées
Παραδείγματα
Le patient est intoxiqué par des médicaments mal dosés.
Ο ασθενής είναι δηλητηριασμένος από φάρμακα με λάθος δόση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store