Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indigestible
01
αδιάσπαστος, δύσπεπτος
qui est difficile ou impossible à digérer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indigestible
συγκριτικός βαθμός
plus indigestible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indigestible
αρσενικό πληθυντικό
indigestibles
θηλυκό ενικό
indigestible
θηλυκό πληθυντικό
indigestibles
Παραδείγματα
Le fromage très vieux est parfois indigestible.
Το πολύ παλιό τυρί είναι μερικές φορές δυσπεπτικό.
Λεξικό Δέντρο
indigestible
digestible
digest



























