mariné
mariné
maʁine
marine
marié

Ορισμός και σημασία του "mariné"στα γαλλικά

01

μαριναρισμένος, αποξηραμένος σε μαρινάδα

qui a été mis dans une marinade (mélange d'huile, vinaigre, épices ou autres assaisonnements) pour parfumer et attendrir 
mariné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mariné
συγκριτικός βαθμός
plus mariné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mariné
αρσενικό πληθυντικό
marinés
θηλυκό ενικό
marinée
θηλυκό πληθυντικό
marinées
Παραδείγματα
Le poulet mariné est prêt à être grillé. 

Το μαριναρισμένο κοτόπουλο είναι έτοιμο για ψήσιμο στη σχάρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store