le cuiseur vapeur
cuiseur
kɥizœʁ
küizoer
vapeur
vapœʁ
vapoer

Ορισμός και σημασία του "cuiseur vapeur"στα γαλλικά

Le cuiseur vapeur
01

ατμομάγειρας, ατμολέβητας

appareil de cuisine utilisé pour cuire les aliments à la vapeur, préservant saveur et nutriments 
le cuiseur vapeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuiseurs vapeur
Παραδείγματα
Elle a acheté un cuiseur vapeur pour cuisiner des légumes sainement. 

Αγόρασε ένα ατμομάγειρα για να μαγειρεύει λαχανικά υγιεινά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store