cuire
cuire
kɥiʁ
küir
cuitecuivrecaire

Ορισμός και σημασία του "cuire"στα γαλλικά

01

μαγειρεύω, βράζω

préparer un aliment par la chaleur 
cuire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuirai
ενεστώτα μετοχή
cuisant
παθητική μετοχή
cuit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisions
Παραδείγματα
Elle cuit des pâtes pour le dîner. 

Αυτή μαγειρεύει ζυμαρικά για το δείπνο.

02

βράζω

faire chauffer un aliment dans un liquide à température d'ébullition 
cuire definition and meaning
Παραδείγματα
Je cuis des pâtes dans l'eau salée. 

Βράζω ζυμαρικά σε αλατισμένο νερό.

03

καίω, καίγομαι

provoquer une sensation de douleur chaude ou de brûlure 
Παραδείγματα
La plaie me cuit quand je la nettoie. 

Η πληγή καίει όταν την καθαρίζω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store