le recourbe-cils
recourbe
ʁəkuʁbsɪl
rēkoorbsil
cils

Ορισμός και σημασία του "recourbe-cils"στα γαλλικά

Le recourbe-cils
01

στίλβωτρο βλεφαρίδων, συσκευή κυρτώματος βλεφαρίδων

petit instrument utilisé pour relever et recourber les cils avant ou après l'application du mascara 
le recourbe-cils definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
recourbe-cils
Παραδείγματα
J'utilise un recourbe-cils avant de mettre mon mascara. 

Χρησιμοποιώ ένα συσκευή κυλάρισματος βλεφαρίδων πριν εφαρμόσω τη μάσκαρά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store