le clin d'œil
Pronunciation
/klˈɛ̃ dˈœj/

Ορισμός και σημασία του "clin d'œil"στα γαλλικά

Le clin d'œil
01

κλείσιμο ματιού, κλείσιμο του ματιού

fermeture rapide d'un œil pour exprimer un message ou un sentiment, souvent de manière complice
le clin d'œil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clins d'œil
Παραδείγματα
Il fit un clin d' œil avant de sortir de la pièce.
Κλείδωσε το μάτι πριν βγει από το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store