le clin d'œil
clin
klɛ̃
kle
d'œil
dœj
doey

Ορισμός και σημασία του "clin d'œil"στα γαλλικά

Le clin d'œil
01

κλείσιμο ματιού, κλείσιμο του ματιού

fermeture rapide d'un œil pour exprimer un message ou un sentiment, souvent de manière complice 
le clin d'œil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clins d'œil
Παραδείγματα
Il lui fit un clin d'œil pour la rassurer. 

Της έκανε ένα κλείσιμο ματιού για να την καθησυχάσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store