Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le clin d'œil
01
κλείσιμο ματιού, κλείσιμο του ματιού
fermeture rapide d'un œil pour exprimer un message ou un sentiment, souvent de manière complice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clins d'œil
Παραδείγματα
Il lui fit un clin d'œil pour la rassurer.
Της έκανε ένα κλείσιμο ματιού για να την καθησυχάσει.



























