le glamour
Pronunciation
/ɡlamˈuʁ/

Ορισμός και σημασία του "glamour"στα γαλλικά

01

γλόμουρ, γοητεία

charme, élégance ou sophistication qui attire l'admiration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les photographies reflètent le glamour des années 1950.
Οι φωτογραφίες αντανακλούν το glamour της δεκαετίας του 1950.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store