Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glisser
01
γλιστράω, ολισθαίνω
se déplacer sans contrôle sur une surface lisse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
glisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
glissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
glisserai
ενεστώτα μετοχή
glissant
παθητική μετοχή
glissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
glissions
Παραδείγματα
J' ai glissé dans les escaliers et je me suis fait mal au dos.
Γλίστρησα στις σκάλες και χτύπησα την πλάτη μου.



























