glisser
gli
glɪ
gli
sser
se
se
plissélycéetissé

Ορισμός και σημασία του "glisser"στα γαλλικά

glisser
01

γλιστράω, ολισθαίνω

se déplacer sans contrôle sur une surface lisse 
glisser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
glisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
glissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
glisserai
ενεστώτα μετοχή
glissant
παθητική μετοχή
glissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
glissions
Παραδείγματα
J'ai glissé sur le trottoir gelé. 

Γλίστρησα στον παγωμένο πεζόδρομο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store