Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sédater
01
καθησυχάζω, ηρεμώ με φάρμακα
administrer un médicament pour calmer, endormir ou réduire l'anxiété d'un patient
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sédate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sédatons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sédaterai
παθητική μετοχή
sédaté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sédations
Παραδείγματα
Le médecin a sédaté le patient avant l'opération.
Ο γιατρός καθησύχασε τον ασθενή πριν από την εγχείρηση.



























