Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psychoactif
01
ψυχοδραστικός, που δρα στο νευρικό σύστημα
qui agit sur le système nerveux et modifie les fonctions mentales, l'humeur ou la perception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psychoactif
αρσενικό πληθυντικό
psychoactifs
θηλυκό ενικό
psychoactive
θηλυκό πληθυντικό
psychoactives
Παραδείγματα
Les psychotropes sont des médicaments psychoactifs.
Τα ψυχοτροπικά είναι ψυχοδραστικά φάρμακα.



























