Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le psychologue
[gender: masculine]
01
ψυχολόγος
professionnel spécialisé dans l'étude du comportement humain et de la santé mentale, qui aide les personnes à comprendre et gérer leurs émotions et leurs problèmes psychologiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
psychologues
Παραδείγματα
Le psychologue utilise différentes techniques selon les besoins du patient.
Ο ψυχολόγος χρησιμοποιεί διαφορετικές τεχνικές ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.



























