le psychopathe

Ορισμός και σημασία του "psychopathe"στα γαλλικά

Le psychopathe
[gender: masculine]
01

ψυχοπαθής, ψυχοπαθητικός

un homme atteint d'un trouble grave qui empêche d'avoir de l'empathie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
psychopathes
Παραδείγματα
Elle raconte que le psychopathe parlait d' une voix parfaitement normale.
Αυτή λέει ότι ο ψυχοπαθής μιλούσε με μια απόλυτα φυσιολογική φωνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store