Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le psychopathe
01
ψυχοπαθής, ψυχοπαθητικός
un homme atteint d'un trouble grave qui empêche d'avoir de l'empathie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
psychopathes
Παραδείγματα
Le psychopathe marche dans la rue sans montrer d'émotion.
Ο ψυχοπαθής περπατά στο δρόμο χωρίς να δείχνει συναισθήματα.



























