Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la transfusion sanguine
/tʁɑ̃sfyzjˈɔ̃ sɑ̃ɡˈin/
La transfusion sanguine
01
μετάγγιση αίματος, αιματομετάγγιση
opération consistant à transférer du sang ou des composants sanguins d'un donneur à un receveur pour traiter certaines maladies ou pertes de sang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transfusions sanguines
Παραδείγματα
La transfusion sanguine doit être effectuée dans des conditions stériles.
Η μετάγγιση αίματος πρέπει να πραγματοποιείται σε αποστειρωμένες συνθήκες.



























