Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
névrotique
01
νευρωτικός, νευρωτική
qui présente des troubles émotionnels ou anxieux sans perdre le contact avec la réalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus névrotique
συγκριτικός βαθμός
plus névrotique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
névrotique
αρσενικό πληθυντικό
névrotiques
θηλυκό ενικό
névrotique
θηλυκό πληθυντικό
névrotiques
Παραδείγματα
Les réactions névrotiques peuvent apparaître face au stress.
Οι νευρωτικές αντιδράσεις μπορούν να εμφανιστούν μπροστά στο άγχος.



























