Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
névrotique
01
νευρωτικός, νευρωτική
qui présente des troubles émotionnels ou anxieux sans perdre le contact avec la réalité
Παραδείγματα
Les réactions névrotiques peuvent apparaître face au stress.
Οι νευρωτικές αντιδράσεις μπορούν να εμφανιστούν μπροστά στο άγχος.



























