Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intoxication alimentaire
01
τροφική δηλητηρίαση, διατροφική δηλητηρίαση
maladie causée par l'ingestion d'aliments contaminés ou avariés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intoxications alimentaires
Παραδείγματα
Elle a eu une intoxication alimentaire après avoir mangé du poulet cru.
Είχε τροφική δηλητηρίαση αφού έφαγε ωμό κοτόπουλο.



























