Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les genoux
01
γόνατα, γόνατα (όταν κάθεσαι)
partie supérieure des jambes lorsqu'on est assis, sur laquelle on peut poser quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
genoux
Παραδείγματα
Les enfants aiment jouer sur les genoux de leurs parents.
Τα παιδιά αρέσκονται να παίζουν στα γόνατα των γονέων τους.



























