les genoux
ge
ʒə
zhē
noux
nu
noo
cordouacajoucoucougourou

Ορισμός και σημασία του "genoux"στα γαλλικά

01

γόνατα, γόνατα (όταν κάθεσαι)

partie supérieure des jambes lorsqu'on est assis, sur laquelle on peut poser quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
genoux
Παραδείγματα
Le chat dort sur ses genoux. 

Η γάτα κοιμάται στα γόνατά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store