Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le monotrème
01
μονότρυμα, ωοτόκος θηλαστικός
mammifère qui pond des œufs au lieu de mettre bas des petits vivants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monotrèmes
Παραδείγματα
Étudier les monotrèmes aide à comprendre l' évolution des mammifères.
Η μελέτη των μονοτρήματων βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης των θηλαστικών.



























