Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le piratage
01
πειρατεία, χάκινγκ
action de détourner, copier ou accéder illégalement à des systèmes, des logiciels ou des données
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le piratage de logiciels est interdit par la loi.
LanGeek



























