Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeu de cartes
01
παιχνίδι με χαρτιά, τράπουλα
ensemble de cartes utilisé pour jouer, ou activité consistant à jouer avec ces cartes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeux de cartes
Παραδείγματα
Nous avons joué à un jeu de cartes toute la soirée.
Παίξαμε ένα παιχνίδι με χαρτιά όλο το βράδυ.



























