Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stèle
[gender: feminine]
01
στήλη, επιτύμβια πλάκα
pierre dressée portant une inscription, un texte ou un relief, souvent pour honorer une personne ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
stèles
Παραδείγματα
Ils ont érigé une stèle en mémoire de l' artiste.
Έστησαν μια στήλη στη μνήμη του καλλιτέχνη.



























