Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La stèle
01
στήλη, επιτύμβια πλάκα
pierre dressée portant une inscription, un texte ou un relief, souvent pour honorer une personne ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
stèles
Παραδείγματα
La stèle du soldat mort pour la patrie est dans le cimetière.
Η στήλη του στρατιώτη που πέθανε για την πατρίδα βρίσκεται στο νεκροταφείο.



























