Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psychédélique
01
ψυχεδελικός, παραισθησιογόνος
qui provoque des altérations de la perception, de l'humeur ou de la conscience, souvent lié à des substances hallucinogènes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psychédélique
αρσενικό πληθυντικό
psychédéliques
θηλυκό ενικό
psychédélique
θηλυκό πληθυντικό
psychédéliques
Παραδείγματα
La musique psychédélique modifie la perception de l'espace et du temps.
Η ψυχεδελική μουσική τροποποιεί την αντίληψη του χώρου και του χρόνου.



























