Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psychédélique
01
ψυχεδελικός, παραισθησιογόνος
qui provoque des altérations de la perception, de l'humeur ou de la conscience, souvent lié à des substances hallucinogènes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psychédélique
αρσενικό πληθυντικό
psychédéliques
θηλυκό ενικό
psychédélique
θηλυκό πληθυντικό
psychédéliques
Παραδείγματα
Il a peint une œuvre inspirée par les visions psychédéliques.
Ζωγράφισε ένα έργο εμπνευσμένο από ψυχεδελικά οράματα.



























