présupposé
présupposé

Ορισμός και σημασία του "présupposé"στα γαλλικά

01

idée considérée comme vraie sans être clairement prouvée ou exprimée , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son raisonnement repose sur un présupposé discutable. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store