poliomyélite
pol
pɔl
pawl
io
yaw
myé
mje
mye
lite
lɪt
lit

Ορισμός και σημασία του "poliomyélite"στα γαλλικά

01

πολιομυελίτιδα, παιδική παράλυση

maladie virale qui attaque le système nerveux, pouvant provoquer une paralysie, surtout chez les enfants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La poliomyélite peut entraîner une paralysie permanente. 

Η πολιομυελίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη παράλυση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store