Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poliomyélite
01
πολιομυελίτιδα, παιδική παράλυση
maladie virale qui attaque le système nerveux, pouvant provoquer une paralysie, surtout chez les enfants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La poliomyélite peut entraîner une paralysie permanente.
Η πολιομυελίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη παράλυση.



























