Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polluer
01
μολύνω, ρυπαίνω
rendre sale ou nocif pour l'environnement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pollue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
polluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
polluerai
ενεστώτα μετοχή
polluant
παθητική μετοχή
pollué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
polluions
Παραδείγματα
Les usines polluent l'air avec leurs fumées toxiques.
Τα εργοστάσια μολύνουν τον αέρα με τα τοξικά τους καπνά.
02
χαλάω, καταστρέφω
altérer ou détériorer quelque chose en y introduisant des éléments nocifs
Παραδείγματα
Tes mauvaises actions polluent l'ambiance du groupe.
Οι κακές σου πράξεις μολύνουν την ατμόσφαιρα της ομάδας.



























