Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polluer
01
μολύνω, ρυπαίνω
rendre sale ou nocif pour l'environnement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pollue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
polluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
polluerai
ενεστώτα μετοχή
polluant
παθητική μετοχή
pollué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
polluions
Παραδείγματα
Ces produits chimiques peuvent polluer les sols pendant des années.
Αυτά τα χημικά μπορούν να μολύνουν τα εδάφη για χρόνια.
02
χαλάω, καταστρέφω
altérer ou détériorer quelque chose en y introduisant des éléments nocifs
Παραδείγματα
Ces graffitis polluent la beauté du monument.
Αυτά τα γκράφιτι μολύνουν την ομορφιά του μνημείου.



























