Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pléthore
01
quantité très grande et souvent excessive de choses ou de personnes
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il existe une pléthore d'informations sur ce sujet sur Internet.



























