Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'obturateur
01
κλείστρο, θωράκιο
dispositif d'un appareil photographique qui s'ouvre et se ferme pour laisser passer la lumière sur le capteur ou le film pendant un temps déterminé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obturateurs
Παραδείγματα
Cet appareil possède un obturateur silencieux pour les prises discrètes.
Αυτή η συσκευή διαθέτει έναν ήσυχο κλείστρο για διακριτικές λήψεις.



























