Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le heptagone
[gender: masculine]
01
επτάγωνο, γεωμετρικό σχήμα με επτά πλευρές
figure géométrique plane ayant exactement sept côtés et sept angles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
heptagones
Παραδείγματα
Le motif sur le sol est constitué de plusieurs heptagones.
Το μοτίβο στο πάτωμα αποτελείται από πολλά επτάγωνα.



























