Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haïr
01
μισώ
ressentir une très forte aversion ou hostilité envers quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
haïssons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
haïrai
ενεστώτα μετοχή
haïssant
παθητική μετοχή
haï
α΄ πληθυντικό παρατατικού
haïssions
Παραδείγματα
Il hait l'injustice.
Μισεί την αδικία.
02
μισούν ο ένας τον άλλον, νιώθουν αμοιβαίο μίσος
éprouver une haine mutuelle ou une aversion profonde l'un envers l'autre
Παραδείγματα
Ils se haïssent depuis leur enfance.
Μισούν ο ένας τον άλλον από την παιδική τους ηλικία.
03
να μισεί τον εαυτό του
éprouver une haine profonde envers soi-même
Παραδείγματα
Il se hait après avoir échoué.
Μισεί τον εαυτό του μετά την αποτυχία.



























