le haut-parleur
haut
oparlœ̃ʁ
oparloer
parleur

Ορισμός και σημασία του "haut-parleur"στα γαλλικά

Le haut-parleur
01

ηχείο, μεγάφωνο

dispositif qui transforme le signal électrique en son audible 
le haut-parleur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
haut-parleurs
Παραδείγματα
Le haut-parleur du téléphone est très puissant. 

Το ηχείο του τηλεφώνου είναι πολύ ισχυρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store