Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La flexibilité
[gender: feminine]
01
ευελιξία, ελαστικότητα
capacité du corps à effectuer des mouvements larges et souples
Παραδείγματα
Il a gagné en flexibilité grâce à la gymnastique.
Κέρδισε σε ευελιξία χάρη στη γυμναστική.



























