curable
curable
kyʁɑblə
kyraablē

Ορισμός και σημασία του "curable"στα γαλλικά

01

θεραπεύσιμος

qui peut être guéri ou traité avec succès 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus curable
συγκριτικός βαθμός
plus curable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
curable
αρσενικό πληθυντικό
curables
θηλυκό ενικό
curable
θηλυκό πληθυντικό
curables
Παραδείγματα
Cette maladie est curable si elle est détectée à temps. 

Αυτή η ασθένεια είναι θεραπεύσιμη εάν ανιχνευθεί εγκαίρως.

Λεξικό Δέντρο

incurable
curable
cure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store