Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curable
01
θεραπεύσιμος
qui peut être guéri ou traité avec succès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus curable
συγκριτικός βαθμός
plus curable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
curable
αρσενικό πληθυντικό
curables
θηλυκό ενικό
curable
θηλυκό πληθυντικό
curables
Παραδείγματα
Cette maladie est curable si elle est détectée à temps.
Αυτή η ασθένεια είναι θεραπεύσιμη εάν ανιχνευθεί εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
incurable
curable
cure



























