Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contusionner
01
κοντούζω, μελανιάζω
causer une contusion ou un bleu à une partie du corps, généralement à la suite d'un choc ou d'un coup
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contusionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contusionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contusionnerai
παθητική μετοχή
contusionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contusionnions
Παραδείγματα
Il s' est contusionné l' épaule en tombant dans l' escalier.
Μώλωψε τον ώμο του όταν έπεσε στις σκάλες.



























