assaisonné
a
a
α
ssai
σε
so
ζο
nné
ne
νε
assaisonner

Ορισμός και σημασία του "assaisonné"στα γαλλικά

assaisonné
01

κατακουρντισμένος, κατακουρντισμένος

qui a été relevé ou parfumé avec des épices, des herbes, du sel ou d'autres condiments 
assaisonné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus assaisonné
συγκριτικός βαθμός
plus assaisonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
assaisonné
αρσενικό πληθυντικό
assaisonnés
θηλυκό ενικό
assaisonnée
θηλυκό πληθυντικό
assaisonnées
θεματικό πεδίο
cuisine, goût, préparation
Παραδείγματα
Le poulet est bien assaisonné avec des herbes. 

Το κοτόπουλο είναι καλά κατακαρυκευμένο με βότανα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store