Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assaisonné
01
κατακουρντισμένος, κατακουρντισμένος
qui a été relevé ou parfumé avec des épices, des herbes, du sel ou d'autres condiments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus assaisonné
συγκριτικός βαθμός
plus assaisonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
assaisonné
αρσενικό πληθυντικό
assaisonnés
θηλυκό ενικό
assaisonnée
θηλυκό πληθυντικό
assaisonnées
Παραδείγματα
Le poulet est bien assaisonné avec des herbes.
Το κοτόπουλο είναι καλά κατακαρυκευμένο με βότανα.



























