agencement

Ορισμός και σημασία του "agencement"στα γαλλικά

Agencement
[gender: masculine]
01

διάταξη, τοποθέτηση

manière dont un espace, des meubles ou des éléments sont disposés et organisés pour être pratiques et harmonieux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agencements
Παραδείγματα
Cet agencement met en valeur l' espace et la lumière.
Αυτή η διάταξη αναδεικνύει το χώρο και το φως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store