Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Achèvement
01
action de terminer ou de mener quelque chose à son terme, -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' entreprise a annoncé l' achèvement des travaux.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
action de terminer ou de mener quelque chose à son terme, -