Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éducation physique
[gender: feminine]
01
σωματική αγωγή, φυσική αγωγή
discipline qui enseigne le sport et les exercices pour garder le corps en bonne santé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' éducation physique est importante pour un mode de vie sain.
Η σωματική αγωγή είναι σημαντική για έναν υγιή τρόπο ζωής.



























