Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évaluer
01
αξιολογώ, εκτιμώ
estimer la valeur, le prix ou l'importance de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évalue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évaluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évaluerai
ενεστώτα μετοχή
évaluant
παθητική μετοχή
évalué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évaluions
Παραδείγματα
Le professeur a évalué le travail des étudiants.
Ο καθηγητής αξιολόγησε την εργασία των φοιτητών.



























