évaluer
évaluer
evalɥe
evalüe
évoluerévacuer

Ορισμός και σημασία του "évaluer"στα γαλλικά

évaluer
01

αξιολογώ, εκτιμώ

estimer la valeur, le prix ou l'importance de quelque chose 
évaluer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évalue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évaluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évaluerai
ενεστώτα μετοχή
évaluant
παθητική μετοχή
évalué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évaluions
Παραδείγματα
Le professeur a évalué le travail des étudiants. 

Ο καθηγητής αξιολόγησε την εργασία των φοιτητών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store